Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Blog

people in an improv lesson

Τι θυμάμαι από το πρώτο μου μάθημα improv

  • Ιαν 26, 2026

του Κωνσταντή Μπίτση

Πολλές φορές όταν κάνουμε πράγματα για πρώτη φορά είναι συναρπαστικά. Άλλες πάλι φορές μπορεί να είναι εντυπωσιακά αμηχανα, αγχώδη ή ακόμη και καταστροφικά. Η πρώτη μέρα στο σχολείο για παράδειγμα. Θα μπορούσε να είναι μία απίστευτα fun μέρα με καλή παρέα όπου θα γνώριζες τους καινούργιους συμμαθητές και μελλοντικούς σου φίλους, με τους οποιους θα έμελλε να  περάσεις μία φανταστική χρονιά. Θα μπορούσε όμως σίγουρα να είναι και μια εντυπωσιακά κακή μέρα όπου τα χέρια σου θα ίδρωναν από την ώρα που θα ξυπνούσες (εάν κατάφερνες να κοιμηθείς το προηγούμενο βράδυ) , θα πήγαινες στον αγιασμό, θα σε κοιτούσαν όλοι, δε θα σου μιλούσε κανείς και με κάποιο τρόπο η σκέψη σου ότι έχεις κατουρηθεί ελαφρώς πάνω σου θα ακουγόταν στο μεγάφωνο. Ή κάτι τέτοιο. Σήμερα όμως εδώ θα μιλήσουμε για κάτι λίγο πιο συγκεκριμένο: το πρώτο μάθημα ίμπροβ.

Το πρώτο μου μάθημα ιμπροβ το έκανα στην ηλικία των 17 χρόνων από τύχη τελείως. Το πως το έμαθα ήταν τελείως ράντομ. Αλλά νομίζω ότι για να καταλάβουμε τα πράγματα καλύτερα, πρέπει να το πάρουμε από την αρχή· σάουντ εφέκτ ονείρου· Βρισκόμαστε στην Αλεξανδρούπολη. Σε μία πόλη όπου αντικειμενικά δεν είναι αυτό που λέμε “παράδεισος των επιλογών” . Δεν ξερω ποιοι το λέμε. Στην τρυφερή ηλικία τότε των 15 με 16 χρονών , ο νεαρός μου εαυτός , σε μία προσπάθεια να ξεχάσει ότι ζει στην Αλεξανδρούπολη ασχολείται με το θέατρο ως τίμιο Κριντζ theater kid και πιστεύει ότι αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που είχε συναντήσει σε αυτήν εδώ τη ζωή.

Ωσπου μία μέρα,  σε ένα θεατρικό εργαστήρι μία τότε σχετικά άγνωστη , πλέον σχετικά φίλη, μου είπε πως ξεκινάνε από τη νέα χρονιά μαθήματα ιμπροβ σε έναν χώρο που δούλευε και με προέτρεψε να πάω να δοκιμάσω. Η πρώτη μου αντίδραση με το, τότε “theatre kid”, μυαλό μου ήταν: “Ιουυ! Τι σημαίνει δηλαδή αυτό, ότι θα κάνουμε κωμωδία;;;; Εγώ είμαι εδώ για το δράμα, θέλω να κάνω σοβαρά πράγματα, θέλω να κάνω τέχνη, θέλω βάθος”. Κι άλλα τέτοια φαντάζομαι. Ωστόσο κατάφερα να νικήσω την άρνηση και το κοινωνικό μου άγχος και να πάω στο πρώτο μάθημα γιατί σκέφτηκα, ως σωστός Αλεξανδρουπολίτης άλλωστε,ότι εντάξει τζάμπα είναι, στη χειρότερη δεν θα ξαναπάω ποτέ.

Πήγα λοιπόν στο πρώτο δωρεάν μάθημα και μπήκα στον χώρο. Ξαφνικά βρέθηκα σε μια αίθουσα αναμονής ανάμεσα σε ανθρώπους, με τους οποίους δεν θα βρισκόμουν ποτέ μαζί σε τέτοια συνθήκη, ή σε οποιαδήποτε συνθήκη γενικότερα. Γιατροί, μηχανικοί, οικοδόμοι, ερευνητές, συνταξιούχοι. Κοινώς, ‘’κανονικοί’’ ,  ‘’ενήλικες’’ άνθρωποι, και εγώ. Ένας δεκαεπτάχρονος μαθητής που υπό άλλες συνθήκες θα μιλούσε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους στον πληθυντικό. Και όχι μόνο δεν έπρεπε να τους μιλήσω στον πληθυντικό, αλλά έπρεπε και να κάνω μαζί τους “βλακείες”. Αλλά ας μην προτρέχω.  Εκεί στην αναμονή, μπήκα σε ένα άβολο small talk - όπως κάνουν όλοι - και περίμενα να αρχίσει το μάθημα με ανυπομονησία και με την ελπίδα πως το άγχος μου θα εξαφανιστεί.

Η ώρα της αναμονής πέρασε και το μαθημα ξεκίνησε * ήχος από γκόνκ *. Θυμάμαι να ξεκινάει το μάθημα και να νιώθω ένα συναίσθημα που δεν το έχω ξανά νιώσει στη ζωή μου. Ήταν φοβερό, ήταν οριακά σαν να τρως το καλύτερο φαγητό του κόσμου, στην καλύτερη παραλία του κόσμου ενώ σου κάνουν μασαζ στις πατούσες και σου λένε πόσο φοβερός τύπος είσαι. Ξεκινήσαμε να παίζουμε διάφορα παιχνίδια, στα οποία αυτό που με είχε τρελάνει είναι ότι δεν υπήρχαν κανόνες. Ή μάλλον υπήρχαν, αλλά η αίσθηση που είχα ήταν ότι έχω πλήρη ελευθερία στο πως θα κινηθώ. Ο πάγος με τους μέχρι τότε, άγνωστους συμπαίκτες μου είχε αρχίσει να σπάει και όλοι σιγά-σιγά λυνόμασταν περισσότερο. Οι άνθρωποι στους οποίους θα μιλούσα στον πληθυντικό εγιναν η ομάδα μου και πια μας συνέδεε το κοινό άγχος για το τί θα κάνουμε στην σκηνή. Ο ενθουσιασμός πάλευε με το άγχος και ανα φάσεις κερδιζε το ένα , και ανά άλλες φάσεις το άλλο.  Ο ενθουσιασμός όμως άρχισε να νικάει όταν συνειδητοποίησα ότι: “ Πώ πώ μπορώ να κάνω ότι θέλω εδώ. Κάνω τα λάθη που κάνω στα θεατρικά εργαστήρια και μου λένε μπράβο, είναι τελείως ηλίθιοι. Αλλά βέβαια, αυτοί δεν ξέρουν, δεν κάνουν ΔΡΑΜΑ”. Οκ. Συνειδητοποίησα *περίπου* αυτό.  Αλλά πάλι προτρέχω. Είμαστε πολύ μακριά από οποιαδήποτε νίκη. Γιατί, είχα μεν την ελπίδα να μου εξαφανιστεί τελείως το άγχος και είχα αρχίσει να περνάω καλά, αλλά η πραγματικότητα είχε άλλα σχέδια.  

Θυμάμαι από την αρχή να μας λένε: ‘’Παιδιά καταλαβαίνουμε ότι έχετε άγχος, είναι λογικό αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος. Κανείς δε ζητάει από σας να είστε αστείοι, ούτε εφευρετικοί, ούτε τίποτα. Όλοι μπορούμε να παίξουμε ίμπροβ. Εκείνη την ώρα έκανα ότι το καταλαβαίνω, αλλά στην πραγματικότητα, αυτό που σκεφτόμουν από μέσα μου ήταν: ”Καλά δεν παίζει να ισχύει καθόλου αυτό. Μας το λέει για να νιώσουμε καλύτερα. Πόσο παθετικ. Πρέπει σίγουρα να είμαι αστείος”. Έτσι και έκανα λοιπόν, αλλά συνειδητοποίησα προς μεγάλη μου έκπληξη πως όσες φορές έκανα κάποιο “αστείο” δεν γελούσε ιδιαίτερα και κανένας. Συν ότι σε πολλές απόπειρες “αστείων” λάμβανα διόρθωση, γιατί λέει τα αστεία αυτά δεν βοηθούσαν τους συμπαίκτες μου. Άκου τώρα πράγματα. Ήμουν πάρα πολύ μπερδεμένος. Μα πως γίνεται να μη βοηθάει να κάνω αστεία, αφού υποτίθεται ότι κάνουμε κωμωδία εδώ. Ε καλά, κι αυτοί μπορεί να μην ξέρουνε.

Σκεφτόμουν όλα αυτά για αρκετή ώρα, τόσο που κουραστηκε το μυαλό μου. Ήταν σαν να τα έχω παρατήσει. Πλέον δεν φαινόταν να νικούσε ούτε το άγχος, ούτε ο ενθουσιασμός, αλλά η απογοήτευση. Ήμασταν στο τέλος του μαθήματος , παίζαμε σκηνές , και εγώ συμμετείχα όντας τελείως αφηρημένος και ελαφρώς απογοητευμένος. Ώσπου συνέβη. Πήρα ένα μεγάλο γέλιο. Πήρα μάλιστα ένα μεγάλο γέλιο, αφού είπα κάτι που δεν ήταν καν αστείο στο μυαλό μου. Αλλά είχε φανεί αστείο στην ομάδα. Το μπερδεμα μου έγινε μεγαλύτερο. “Μα πως γίνεται να γελάσανε με αυτό”. Έχω πει τόσες αστειάρες σήμερα, με αυτό βρήκανε;”. Άρχισα όμως να παρατηρώ ότι το μπέρδεμα που είχα εγώ στην φάτσα μου, το είχαν όλοι όταν λέγανε κάτι αστείο, οταν έλεγαν κατι αμήχανο, γενικά “όταν” . Εκεί πιστεύω πήρα χωρίς να το καταλάβω ένα από το πιο σημαντικά μαθήματα στο ιμπροβ. Ότι η προσδοκία που έχω στο μυαλό μου, δεν είναι ποτέ αυτό που θα συμβεί στη σκηνή. Καλά, προφανώς εκείνη τη μέρα δεν έμαθα τίποτα . Αλλά για την γλαφυρότητα του κειμένου τώρα . Καταλάβατε. Τέλος πάντων.

Λίγο μετά από εκείνο το μεγάλο γέλιο, το μάθημα έφτασε στο τέλος του. Όχι γιατί τίποτα δεν μπορούσε να τοπάρει την αστειάρα μου, αλλά γιατί το 4ωρο είχε φτάσει στο τέλος του. Και εγώ μπορούσα να σκεφτώ μόνο ένα πράγμα. Πότε είναι το επόμενο 4ωρο. Είχα, επισήμως, εθιστεί. Θυμάμαι πήγα φροντιστήριο λίγο μετά, και όσο διαβάζαμε λατινικά (ναι, προφανώς ήμουν θεωρητική, theatre kid γαρ) έκανα πως παρακολουθώ στον πίνακα, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το μάθημα ιμπροβ που είχα μόλις κάνει, το δυνατό γέλιο που είχα πάρει και όλους τους νέους ανθρώπους που είχα μόλις γνωρίσει. Όλες αυτές οι σκέψεις έκαναν το στομάχι μου να σφίγγεται λίγο από τη χαρά και κυριολεκτικά το μόνο που ήθελα ήταν να έρθει το επόμενο μάθημα (εάν σε αυτό το σημείο περιμένατε fart joke, ντροπή σας).

Μερικά χρόνια αργότερα η δουλειά μου, και πρακτικά η ζωή μου, είναι να κάνω ιμπροβ. Βλέπω άτομα να έρχονται εδώ και να είναι στην θέση που ήμουν τότε και μου φαινετα απλώς τόσο περίεργο. Αν το μάθαινε αυτό ο δεκαεπτάχρονος αυτός μου σίγουρα δεν θα το πίστευε. Και σίγουρα θα έπρηζε πολύ κόσμο με αυτή την πληροφορία. Οπότε ίσως καλύτερα. Δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ εκείνη τη μέρα που ξεκίνησα αυτό το νέο χόμπι, ότι αυτό θα κατέληγε να γίνει η καθημερινότητά μου, και κάτι το οποίο τελικά με έχει διαμορφώσει. Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή αυτά που λέω ακούγονται σαν μονόλογος πρωταγωνιστή, τη στιγμή που παλεύει με τους δαίμονές του, σε σειρά της Ελευθερίας Καραδήμου. Και ίσως να είναι. Ωστόσο, κλείνοντας, νομίζω πως μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω στο εξής ψύχραιμο συμπέρασμα. Το ιμπροβ μου έσωσε τη ζωή. Η μου την κατέστρεψε τελείως. Υποθέτω πως θα το μάθουμε. Ή το κατέστρεψα εγώ. Οκ σταματάω